Τον Σεπτέμβριο το
Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης κατέθεσε την
Έκθεση Εσωτερικής Αξιολόγησης για το 2008/9. Είναι η πρώτη έκθεση Αξιολόγησης που διαβάζω, καθώς δεν έχω εντοπίσει άλλη από τα υπόλοιπα Τμήματα της χώρας.
Η Έκθεση παρουσιάζει τη δομή και οργάνωση του Τμήματος, τα Προγράμματα Σπουδών, το διδακτικό και ερευνητικό έργο του Τμήματος από το 2004 ως το 2008, τις διοικητικές και κτιριακές υποδομές του και την στρατηγική ανάπτυξής του. Στο Παράρτημα βρίσκει κανείς τους αντίστοιχους πίνακες.
Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή:
Πρόλογος
Στον Πρόλογο έχουμε και το συμπέρασμα της Έκθεσης, ότι δηλ.
«Η διαδικασία αξιολόγησης οδήγησε στην κοινή διαπίστωση ότι το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας λειτουργεί με διαφάνεια, συλλογικότητα και σεβασμό προς τις δημοκρατικές διαδικασίες και ότι προάγει και καλλιεργεί τις επιστήμες της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας με συνέπεια και με υψηλά επιστημονικά κριτήρια.
Συγχρόνως έδωσε τη δυνατότητα να καταγραφούν με σαφήνεια οι κύριες αρετές και ο δυναμισμός του Τμήματος, καθώς επίσης και τα σημεία στα οποία υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης».
Ακολουθεί επίθεση στο Υπουργείο τόσο για τη διαδικασία της Αξιολόγησης, όσο και για την υπόθεση με τις οικονομικές ατασθαλίες της Επιτροπής Ερευνών του Πανεπιστημίου, στην οποία εμπλέκονται και μελή ΔΕΠ του Τμήματος.
1. Η διαδικασία της εσωτερικής αξιολόγησης
Εδώ περιγράφεται το ιστορικό και η μέθοδος της αξιολόγησης. Μαθαίνουμε λοιπόν ότι
«…η διαδικασία που προβλέπει ο νόμος -με τη συμπλήρωση πληθώρας απογραφικών δελτίων από όλους τους διδάσκοντες για κάθε τους δραστηριότητα, την επεξεργασία ποσοτικών δεδομένων και τη σύνταξη εκθέσεων κάθε χρόνο- είναι ακραία γραφειοκρατική σε ένα ήδη επιβαρημένο με φόρτο εργασίας περιβάλλον με ανεπαρκή μέσα και προσωπικό. Πρόκειται δηλαδή για μια διαδικασία που καλούνται να διεξαγάγουν οι διδάσκοντες, σε βάρος της έρευνας και της διδασκαλίας, των κατεξοχήν δραστηριοτήτων τους, στις οποίες προστίθενται φυσικά και οι υποχρεωτικές από το νόμο διοικητικές δραστηριότητες. Από ορισμένους συναδέλφους υποστηρίζεται επιπλέον ότι η διαδικασία αυτή επιτρέπει τη σταδιακή χειραγώγηση των διδασκόντων και ως εκ τούτου συνιστά απειλή για την ακαδημαϊκή ελευθερία.»
Από τα παραπάνω συμπεραίνω ότι η διαδικασία αξιολόγησης είναι μάλλον άγνωστη έννοια για τα μέλη ΔΕΠ, που ούτε γνωρίζουν τί σημαίνει ούτε τί εξυπηρετεί. Όσο για τη «χειραγώγηση» και την «απειλή για την ακαδημαϊκή ελευθερία», πολύ θα ήθελα να μου εξηγήσει κάποιος από πού προκύπτει.
Κατόπιν μαθαίνουμε ότι τα μέλη ΔΕΠ συναίνεσαν να κατατεθεί η Έκθεση
«λόγω της εκβιαστικής πίεσης που άσκησε στα Τμήματα το ΥΠΕΠΘ, το οποίο έθεσε ως προϋπόθεση για να ανανεωθούν τα μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών των ελληνικών πανεπιστημίων, όπως απαιτεί ο τελευταίος νόμος για τις μεταπτυχιακές σπουδές, το σχέδιο υπουργικής απόφασης να συνοδεύεται από την έκθεση αξιολόγησης του Τμήματος.»
Έκπληξη όμως προκαλεί και ότι
«Τα περισσότερα μέλη του Τμήματος δεν έχουν πειστεί ότι υπάρχουν σήμερα οι αναγκαίοι όροι και οι προϋποθέσεις για μια ουσιαστική αξιολόγηση. Για τους παραπάνω λόγους ορισμένοι συνάδελφοι δεν θέλησαν να συμπληρώσουν τα απογραφικά δελτία έργου και μαθημάτων και έστειλαν στην επιτροπή μόνο τον κατάλογο των επιστημονικών τους δημοσιεύσεων για την τελευταία πενταετία.»
Αστειότητες. Ερώτηση: Τί προβλέπεται για αυτές τις περιπτώσεις;
Αρνητική εντύπωση επίσης μου προκάλεσε η άρνηση των φοιτητών συμμετάσχουν στη διαδικασία, παρόλο που αποτελούσαν μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης. Έλλειψη νοοτροπίας ενεργής συμμετοχής και δράσης για τις σπουδές τους…
Υπάρχουν και κάποια σημεία της Έκθεσης στα οποία λίγο ή πολύ συμφωνώ με τα θέματα που σχετίζονται με τη διαδικασία της αξιολόγησης, όπως
«Αποτυπώθηκε επίσης ο προβληματισμός που είχε επανειλημμένα κατατεθεί αναφορικά με τα ανεφάρμοστα για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες κριτήρια για τον μηχανιστικό διαχωρισμό των δημοσιεύσεων σε επιστημονικά περιοδικά με κριτές ή χωρίς κριτές, ανάλογα με το δείκτη απήχησης κ.ά., ο οποίος δεν λαμβάνει υπόψη την αυτοτελή αξία του περιεχομένου της κάθε δημοσίευσης, αλλά την κρίνει μόνο βάσει του πού έχει δημοσιευτεί.»
Πράγματι, στις ανθρωπιστικές επιστήμες δεν μπορούν να υιοθετηθούν (ακόμη;) μοντέλα αξιολόγησης με αυτά που ισχύουν στις θετικές, με h-factors, citation indexes, impact factors και η χρήση του Web of Science ή του Google Scholar είναι προβληματική. Και δεν είναι μόνο ο μικρός αριθμός των περιοδικών που έχουν εγγραφεί σε αυτές τις databases, αλλά και το είδος των δημοσιεύσεων που διαφέρει ανάμεσα στις θετικές και τις θεωρητικές επιστήμες.
Παρόλα αυτά υπάρχει όντως διαφορά αν η δημοσίευση έγινε σε περιοδικό με κριτές ή όχι καθώς και σε ποιο περιοδικό έγινε. Άλλο το American Journal of Archaeology και άλλο το Nürnberger Blätter zur Archäologie.
Συνεχίζεται.