Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοκριτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

9 Μαρ 2008

Η ελληνική γλώσσα στην έρευνα και τα απαράδεκτα μιας βιβλιοκριτικής.

Πολλές (αν όχι οι περισσότερες) αρχαιολογικές μελέτες και κυρίως διδακτορικές διατριβές ξένων αρχαιολόγων παρουσιάζουν το εξής πρόβλημα: δεν λαμβάνουν υπόψη την ελληνική βιβλιογραφία, ακόμη και όταν τα θέματα με τα οποία ασχολούνται, έχουν κατά κόρον μελετηθεί σε ελληνικές δημοσιεύσεις. Ο λόγος προφανής: δεν γνωρίζουν ελληνικά. Το ότι συχνά οδηγούνται σε λάθος συμπεράσματα, περιέχουν ανακρίβειες ή επαναλαμβάνουν πράγματα ήδη ειπομένα δεν τους ενδιαφέρει και τόσο.
Καταλαβαίνω ως ένα σημείο ότι «τα ελληνικά είναι πολύ δύσκολη γλώσσα για να τη μάθει κανείς» και άλλα τέτοια συναφή που ακούω πολλές φορές από καθηγητές, ερευνητές και φοιτητές. Γι’ αυτό καταλήγουμε στο να δημοσιεύουν επιγραφές άνθρωποι που δεν γνωρίζουν γρι αρχαία ελληνικά…

Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεταξύ των ξένων επιστημόνων η τάση να εξοβελιστεί η ελληνική γλώσσα από τις αρχαιολογικές δημοσιεύσεις, συχνά τοποθετώντας την δίπλα στα ρώσικα ή στα σλάβικα (!) και η προσπάθεια στο να δημοσιεύονται οι μελέτες μόνο στις τέσσερις «επίσημες γλώσσες» (sic) της αρχαιολογίας, δηλ. τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα ιταλικά.

Διαβάζω λοιπόν στο ολλανδικό Bulletin Αntieke Βeschaving 82, 2007, σελ. 270 - 271 (πιο γνωστό από την συντομογραφία του ως BABesch) τη βιβλιοκριτική του J. M. Hemelrijk στη διδακτορική διατριβή της Κλεοπάτρας Καθάριου [Κλ. Καθάριου, Το εργαστήριο του Ζωγράφου του Μελεάγρου και η εποχή του. Παρατηρήσεις στην αττική κεραμική του πρώτου τετάρτου του 4ου αι. π.Χ. (Θεσσαλονίκη 2002)]. Ο οποίος Hemelrijk από τη μία προσπαθεί (;) να παρουσιάσει τη μελέτη διαβάζοντας μόνο την αγγλική περίληψη (!), χωρίς όμως να μπορεί να διατυπώσει φυσικά κρίση επ’ αυτής (όπως παραδέχεται στο τέλος), από την άλλη να εξαπολύει επίθεση - με προσβλητικό τουλάχιστον τρόπο - στους Έλληνες επιστήμονες και στις ελληνικές δημοσιεύσεις. Μερικά από τα απαράδεκτα: «Nevertheless the book would be very welcome indeed, were it not that it is written in Greek, which, to my mind, is an offence (!) against international scholarship and an insurmountable barrier for almost all readers outside Hellas», “…but she (σσ. η Καθάριου) is a pupil of M. Tiberios (σσ. καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας στο Α.Π.Θ.) who has set the tune and writes himself in Greek”. Και το καλύτερο: “The Greek authorities should, I firmly believe, stop all subsidies for archaeological publications that are meant for the world of Classical Studies and not written in one widely known Western languages… The membership of the EU should by now have eradicated this narrow-minded nationalism of some Greek scholars”…
Ο πρώην καθηγητής λοιπόν τα βάζει με την συγγραφέα που έγραψε το διδακτορικό της στα ελληνικά, τον Τιβέριο που την επίβλεψε και δημοσιεύει ο ίδιος και στα ελληνικά και τελικά προτρέπει το ελληνικό κράτος να μην χρηματοδοτεί αρχαιολογικές μελέτες γραμμένες στα ελληνικά από Έλληνες εθνικιστές ερευνητές που ακόμη δεν κατάλαβαν ότι η χώρα είναι μέλος της Ε.E.

Μάλιστα…

Παρόμοιες απόψεις έχουν ακουστεί και στο παρελθόν, ακόμη και σε διεθνή συνέδρια. Όπως από τον N. Hannestad (τον οποίο επικαλείται ο Hemelrijk), ο οποίος κατατάσσει τα ελληνικά μαζί με τα ρώσικα και τα ισπανικά στις “minor traditional languages” της Αρχαιολογίας και κάνει λόγο για “Balkanization” της Αρχαιολογικής Επιστήμης (N. Hannestad, The Acessibility of Information in Classical Archaeology. Reflections in an Age of Information Technology, Proceedings of the XVth International Congress of Classical Archaeology (Amsterdam 1999) 189 – 194.

Τί άλλο θα ακούσουμε…

Υ.Γ.: Προφανώς οι απόψεις του Hemelrijk δεν αντέχουν σε κριτική. Κι ερωτώ: Πώς ένα peer reviewed περιοδικό επιτρέπει να δημοσιεύεται μια βιβλιοκριτική, η οποία κρίνει μια μελέτη με βάση μόνο την περίληψή της, πράγμα ενάντια σε κάθε επιστημονική δεοντολογία; Και τελικά εξυπηρετεί μόνο την εκτόξευση προσωπικών επιθέσεων και την εξωτερίκευση κόμπλεξ;

25 Ιουλ 2007

Με τί ασχολείται τελικά η Κλασική Αρχαιολογία;

Διάβασα πριν λίγο καιρό τη βιβλιοκριτική της Erika Simon (Gnomon 78, 2006, 533-536) για τη διδακτορική διατριβή του Iωάννη Μυλωνόπουλου (J. Mylonopoulos, Πελοπόννησος οἰκητήριον Ποσειδῶνος. Heiligtümer und Kulte des Poseidon auf der Peloponnes. Kernos Suppl. 13 (Liège 2003). Εν συντομία η διατριβή διαπραγματεύεται τη λατρεία του Ποσειδώνα στην Πελοπόννησο, όπως αυτή παραδίδεται μέσα από τις φιλολογικές πηγές, τις επιγραφές και την αρχαιολογική πληροφορία, όπως προκύπτει από τις ανασκαφές και τα ευρήματα. Οι παρακάτω σκέψεις δεν αφορούν τη διατριβή αυτή καθαυτή, ούτε την συντάκτρια της βιβλιοκριτικής (με την Erika Simon θα ασχοληθούμε προσεχώς). Αφορούν μια νοοτροπία τόσο διαδεδομένη όσο και – κατά τη γνώμη μου – λανθασμένη στους κόλπους της Κλασικής Αρχαιολογίας.
Και γίνομαι πιο σαφής: Η βιβλιοκριτική αρχίζει με την εξής πρόταση (ελεύθερα μεταφρασμένη): «αυτή η διατριβή ανήκει περισσότερο στο πεδίο της ιστορίας της ελληνικής θρησκείας παρά σε αυτό της Κλασικής Αρχαιολογίας».
Και προκύπτουν τα ερωτήματα: ποιες εργασίες ανήκουν στην Κλασική Αρχαιολογία και ποιες σε άλλα πεδία; Τί τις χαρακτηρίζει και ποιο το περιεχόμενό τους;
Μπορεί τα παραπάνω ερωτήματα να έχουν αυτονόητες απαντήσεις, όχι όμως για όλους. Γιατί υπάρχουν διάφορες απόψεις, συχνά έντονα συγκρουόμενες, που απαντούν στα παραπάνω. Υπάρχει για παράδειγμα η άποψη ότι αρχαιολόγοι είναι μόνο αυτοί που ασχολούνται με τα ευρήματα αυτά καθαυτά, που μελετούν την εξέλιξή τους, την τυπολογία τους, την εικονογραφία τους κ.ο.κ., δηλαδή το αντικείμενο έξω από το αρχαιολογικό περιβάλλον του ως αντικείμενο Τέχνης και μόνο. Η άλλη άποψη προτείνει τη μελέτη όλων των διαθέσιμων στοιχείων, φιλολογικών, επιγραφικών και αρχαιολογικών στην προσπάθεια της αναπαράστασης της κάθε πλευράς, πολιτικής, κοινωνικής κ.οκ., του παρελθόντος πολιτισμού.
Επιστρέφουμε στο παράδειγμα της συγκεκριμένης διατριβής. Ο συγγραφέας συγκέντρωσε όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία για να μελετήσει τη λατρεία του Ποσειδώνα στην Πελοπόννησο. Και αναρωτιέται κανείς: οι επιγραφές δεν είναι αρχαιολογικό εύρημα; Δεν πρέπει οι φιλολογικές πηγές να ληφθούν υπόψην όταν είναι τα μοναδικά στοιχεία που μας έχουν μείνει και τελικά: η μελέτη της θρησκευτικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων δεν είναι αντικείμενο μελέτης της Αρχαιολογίας;
Η παραπάνω άποψη της Simon δεν είναι ούτε καινούρια ούτε ξεπερασμένη – δυστυχώς. Και είναι βαθιά ριζωμένη στους κόλπους της Κλασικής Αρχαιολογίας από τη γέννησή της έως και σήμερα. Είναι η Αρχαιολογία – Ιστορία της Τέχνης. Μια στείρα περιγραφή του ευρήματος, η τυπολογική του εξέλιξη και η χρονολογική του ένταξη με βάση το στιλ. Και αυτή η τάση είναι ιδιαίτερα εμφανής στη γερμανική παράδοση και βιβλιογραφία. Η αποθέωση της Κατηγοριοποίησης. Κλασική Αρχαιολογία σημαίνει να μελετούμε τα αντικείμενα ως προϊόντα Τέχνης και μόνο, άσχετα αν για παράδειγμα είναι ταφικά ή αναθηματικά ανάγλυφα, ελεύθερα ή αετωματικά γλυπτά, αν τα αγγεία ανακαλύφθηκαν σε τάφους ή σε ιερό.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η Simon προέρχεται από αυτήν την παράδοση, έχει ασχοληθεί μόνο με την εικονογραφία και στο κάτω κάτω είναι και πολύ ηλικιωμένη για να έχει πιο ανοικτούς ορίζοντες. Δεκτό. Η νοοτροπία όμως αυτή είναι εντονότατη και στη σύγχρονη γερμανική βιβλιογραφία και στην εκπαίδευση στα πανεπιστήμια. Και είναι τόσο έντονη, που πολλές φορές ξεπερνά την συνηθισμένη ανταλλαγή απόψεων και θέσεων ανάμεσα στους μελετητές. Ένα – σχετικά ανώδυνο - από τα πολλά παραδείγματα: υφηγήτρια παρουσιάζει σε διάλεξη μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων για αναθηματικά ανάγλυφα. Στην εισαγωγή της αναφέρεται σε μια πρόταση από το βιβλίο του W. Burkert, Αρχαία ελληνική θρησκεία. Αρχαϊκή και κλασική εποχή (Αθήνα 1993). Στη συζήτηση που ακολουθεί, καθηγήτρια Αρχαιολογίας ‘επιτίθεται’ στην ομιλούσα, λέγοντας ότι είναι απαράδεκτο να αναφέρεται σε μελετητές άλλων τομέων, ότι τους αρχαιολόγους πρέπει να τους ενδιαφέρει μόνο η εικονογραφία και τέτοια τινά....
Σε αυτό το θέμα θα χρειαστεί να επανέλθω…