Διάβασα πριν λίγο καιρό τη βιβλιοκριτική της Erika Simon (Gnomon 78, 2006, 533-536) για τη διδακτορική διατριβή του Iωάννη Μυλωνόπουλου (J. Mylonopoulos, Πελοπόννησος οἰκητήριον Ποσειδῶνος. Heiligtümer und Kulte des Poseidon auf der Peloponnes. Kernos Suppl. 13 (Liège 2003). Εν συντομία η διατριβή διαπραγματεύεται τη λατρεία του Ποσειδώνα στην Πελοπόννησο, όπως αυτή παραδίδεται μέσα από τις φιλολογικές πηγές, τις επιγραφές και την αρχαιολογική πληροφορία, όπως προκύπτει από τις ανασκαφές και τα ευρήματα. Οι παρακάτω σκέψεις δεν αφορούν τη διατριβή αυτή καθαυτή, ούτε την συντάκτρια της βιβλιοκριτικής (με την Erika Simon θα ασχοληθούμε προσεχώς). Αφορούν μια νοοτροπία τόσο διαδεδομένη όσο και – κατά τη γνώμη μου – λανθασμένη στους κόλπους της Κλασικής Αρχαιολογίας.
Και γίνομαι πιο σαφής: Η βιβλιοκριτική αρχίζει με την εξής πρόταση (ελεύθερα μεταφρασμένη): «αυτή η διατριβή ανήκει περισσότερο στο πεδίο της ιστορίας της ελληνικής θρησκείας παρά σε αυτό της Κλασικής Αρχαιολογίας».
Και προκύπτουν τα ερωτήματα: ποιες εργασίες ανήκουν στην Κλασική Αρχαιολογία και ποιες σε άλλα πεδία; Τί τις χαρακτηρίζει και ποιο το περιεχόμενό τους;
Μπορεί τα παραπάνω ερωτήματα να έχουν αυτονόητες απαντήσεις, όχι όμως για όλους. Γιατί υπάρχουν διάφορες απόψεις, συχνά έντονα συγκρουόμενες, που απαντούν στα παραπάνω. Υπάρχει για παράδειγμα η άποψη ότι αρχαιολόγοι είναι μόνο αυτοί που ασχολούνται με τα ευρήματα αυτά καθαυτά, που μελετούν την εξέλιξή τους, την τυπολογία τους, την εικονογραφία τους κ.ο.κ., δηλαδή το αντικείμενο έξω από το αρχαιολογικό περιβάλλον του ως αντικείμενο Τέχνης και μόνο. Η άλλη άποψη προτείνει τη μελέτη όλων των διαθέσιμων στοιχείων, φιλολογικών, επιγραφικών και αρχαιολογικών στην προσπάθεια της αναπαράστασης της κάθε πλευράς, πολιτικής, κοινωνικής κ.οκ., του παρελθόντος πολιτισμού.
Επιστρέφουμε στο παράδειγμα της συγκεκριμένης διατριβής. Ο συγγραφέας συγκέντρωσε όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία για να μελετήσει τη λατρεία του Ποσειδώνα στην Πελοπόννησο. Και αναρωτιέται κανείς: οι επιγραφές δεν είναι αρχαιολογικό εύρημα; Δεν πρέπει οι φιλολογικές πηγές να ληφθούν υπόψην όταν είναι τα μοναδικά στοιχεία που μας έχουν μείνει και τελικά: η μελέτη της θρησκευτικής ζωής των αρχαίων Ελλήνων δεν είναι αντικείμενο μελέτης της Αρχαιολογίας;
Η παραπάνω άποψη της Simon δεν είναι ούτε καινούρια ούτε ξεπερασμένη – δυστυχώς. Και είναι βαθιά ριζωμένη στους κόλπους της Κλασικής Αρχαιολογίας από τη γέννησή της έως και σήμερα. Είναι η Αρχαιολογία – Ιστορία της Τέχνης. Μια στείρα περιγραφή του ευρήματος, η τυπολογική του εξέλιξη και η χρονολογική του ένταξη με βάση το στιλ. Και αυτή η τάση είναι ιδιαίτερα εμφανής στη γερμανική παράδοση και βιβλιογραφία. Η αποθέωση της Κατηγοριοποίησης. Κλασική Αρχαιολογία σημαίνει να μελετούμε τα αντικείμενα ως προϊόντα Τέχνης και μόνο, άσχετα αν για παράδειγμα είναι ταφικά ή αναθηματικά ανάγλυφα, ελεύθερα ή αετωματικά γλυπτά, αν τα αγγεία ανακαλύφθηκαν σε τάφους ή σε ιερό.
Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η Simon προέρχεται από αυτήν την παράδοση, έχει ασχοληθεί μόνο με την εικονογραφία και στο κάτω κάτω είναι και πολύ ηλικιωμένη για να έχει πιο ανοικτούς ορίζοντες. Δεκτό. Η νοοτροπία όμως αυτή είναι εντονότατη και στη σύγχρονη γερμανική βιβλιογραφία και στην εκπαίδευση στα πανεπιστήμια. Και είναι τόσο έντονη, που πολλές φορές ξεπερνά την συνηθισμένη ανταλλαγή απόψεων και θέσεων ανάμεσα στους μελετητές. Ένα – σχετικά ανώδυνο - από τα πολλά παραδείγματα: υφηγήτρια παρουσιάζει σε διάλεξη μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων για αναθηματικά ανάγλυφα. Στην εισαγωγή της αναφέρεται σε μια πρόταση από το βιβλίο του W. Burkert, Αρχαία ελληνική θρησκεία. Αρχαϊκή και κλασική εποχή (Αθήνα 1993). Στη συζήτηση που ακολουθεί, καθηγήτρια Αρχαιολογίας ‘επιτίθεται’ στην ομιλούσα, λέγοντας ότι είναι απαράδεκτο να αναφέρεται σε μελετητές άλλων τομέων, ότι τους αρχαιολόγους πρέπει να τους ενδιαφέρει μόνο η εικονογραφία και τέτοια τινά....
Σε αυτό το θέμα θα χρειαστεί να επανέλθω…